Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 26 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

 

(Γράφει ο Νίκος Λεωνίδα Κωστούλας, συνταξιούχος καθηγητής. Κάποια στοιχεία του κειμένου αυτού περιέχονται και στο κείμενο «Ο γάμος»)

Το σημαντικότερο, το κορυφαίο γεγονός της χρονιάς στο Πολυνέρι ήταν αδιαμφισβήτητα το ετήσιο πανηγύρι του χωριού, το Δεκαπενταύγουστο, που παλιότερα γινόταν την ημέρα. Σ’ όλους ήταν γνωστό πως το πανηγύρι ήταν μεν μια ευκαιρία, για να συγκεντρωθούν όλοι οι χωριανοί, καθώς και πολλοί από τα διπλανά χωριά, να ιδωθούν, να ακούσουν τραγούδια, να χορέψουν, να γλεντήσουν, πιο πολύ όμως το πανηγύρι ήταν ένα νυφοπάζαρο.

Αυτό το ήξερε πολύ καλά το κάθε κορίτσι του χωριού. Πρώτο μέλημά του ήταν να φροντίσει για το ντύσιμό του. Η εμφάνισή του έπρεπε να είναι άψογη. Γι’ αυτό φρόντιζε από νωρίς να κατεβεί στην Πύλη, βασικό κέντρο ανεφοδιασμού, για να ψωνίσει καινούρια παπούτσια, ύφασμα για φόρεμα, που θα έραβε η μοδίστρα του χωριού, και ό,τι άλλο θεωρούσε απαραίτητο. Στις 14 Αυγούστου, παραμονή της Παναγίας, η κάθε κοπελιά λουζόταν με αλισίβα (βρασμένο νερό με στάχτη – το σαμπουάν της εποχής), χτένιζε τα μαλλιά, που συνήθως ήταν μακριά και τα έκανε πλεξούδες ή τα έδενε κότσο, και ανήμερα της Παναγίας φορούσε το καινούριο φόρεμα και τα καινούρια παπούτσια, στολιζόταν και ήταν έτοιμη να εντυπωσιάσει με το παρουσιαστικό της. Ανάλογες προετοιμασίες εννοείται ότι έκαναν και όλοι οι κάτοικοι του χωριού, μικροί μεγάλοι, άντρες και γυναίκες.

Ο εκκλησιασμός γινόταν στην παλιά και γραφική εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου και Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, στην Παναγία. Μικρός ο εσωτερικός χώρος του ναού και γι’ αυτό λίγοι οι πιστοί που παρέμεναν μέσα κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας. Οι γυναίκες παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία από τον περίστυλο πρόναο. Οι περισσότεροι όμως, άντρες, γυναίκες και παιδιά παρέμεναν στο προαύλιο του ναού.

Μετά τη θεία λειτουργία έβγαζαν την εικόνα της Παναγίας στο προαύλιο του ναού. Πρώτα έπρεπε να επιλεγεί εκείνος που θα κρατούσε την εικόνα της Παναγίας, για να την προσκυνήσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι, και αυτός ήταν εκείνος που θα προσέφερε τα περισσότερα χρήματα στην εκκλησία. Κάποιοι είχαν κάνει τάμα να κρατήσουν την εικόνα ή κάποιοι ήθελαν τη βοήθεια της Παναγίας και γι’ αυτό πρόσφεραν, σε ένα είδος πλειστηριασμού, όσα χρήματα είχαν την οικονομική δυνατότητα να προσφέρουν. Ακολουθούσε με πανηγυρικό τρόπο ο αγιασμός – αρτοκλασία και μετά το τέλος του όλοι οι πιστοί περνούσαν, για να ασπαστούν την εικόνα της Παναγίας, να πάρουν αντίδωρο, άρτο της αρτοκλασίας και σιτάρι. Πριν αναχωρήσουν από το χώρο του ναού, παρακολουθούσαν ένα σύντομο χορό των γερόντων στο ανατολικό μέρος του προαυλίου. Εννοείται ότι εκεί ήταν και οι οργανοπαίκτες του χωριού και κατά κάποιο τρόπο άρχιζε έτσι το πανηγύρι.

Όμως έπρεπε να επιστρέψουν στα σπίτια τους οι κοντινοί και στους ίσκιους των δέντρων οι μακρινοί για το γιορτινό τραπέζι. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Παναγιάς φόρτωναν το πρωί τα τρόφιμα για το τραπέζι στο μουλάρι και τα μετέφεραν στο κύριο χωριό και εκεί, κάτω από τους ίσκιος των δέντρων ή κάποιοι μέσα στο Σχολείο, έστρωναν το γιορτινό τραπέζι. Το περιμέναμε με λαχτάρα εκείνο το τραπέζι μετά μάλιστα τη δεκαπενθήμερη νηστεία. Αρνί ψητό ή μαγειρεμένο, τυρί, τσαλαφούτι, που για πρώτη φορά τρώγαμε εκείνη τη χρονιά και ήταν νοστιμότατο, και τέλος πεπόνι.

Ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα (δυτική πλευρά)

Ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα (νότια πλευρά)

Πριν καλά-καλά τελειώσει το φαγητό, οι τοπικοί οργανοπαίκτες (Κωτταίοι) άρχιζαν να παίζουν δημοτικούς σκοπούς στο αλωνάκι. Εκεί συγκεντρώνονταν όλοι οι χωριανοί και άρχιζε ο χορός. Κάποια χρόνια ερχόταν και ο Γιώργος Ράπτης (Κ(ου)τσάφτης), δεξιοτέχνης του βιολιού, από το όμορο χωριό Ελληνικά Καρδίτσας, μαζί με τον αδελφό του Οδυσσέα, που έπαιζε μαντολίνο, και έπαιζαν, παράλληλα με τους τοπικούς οργανοπαίκτες, αλλά στο καφενείο του Χαράλαμπου Βλαχοδήμου. Εκεί συνήθως χόρευαν οι πιο μερακλήδες.

Οι πιο ηλικιωμένοι κάθονταν στα πέτρινα σκαλοπάτια, πάνω από το αλωνάκι, και παρακολουθούσαν από ψηλά το χορό. Οι γυναίκες και οι νέοι γύρω από το αλωνάκι ή πάνω από τα σκαλοπάτια, μπροστά στo μαγαζί του γερο Βλαχοδήμου. Κατά διαστήματα, όρθιοι ή καθιστοί, για να ξεμουδιάσουν, έκαναν βόλτα από το αλωνάκι ή το μαγαζί του Βλαχοδήμου μέχρι το μαγαζί του γέρο Γώγολου ή το Σχολείο. Έβρισκαν έτσι την ευκαιρία να συναντήσουν γνωστούς , συγγενείς, φίλους και να συζητήσουν.

Οι άντρες κάπου – κάπου πήγαιναν στα καφενεία και έπιναν τσίπουρο. Κρασιά και μπύρες ή αναψυκτικά διέθεταν τα καφενεία μόνο από τότε που έφτασε αυτοκινητόδρομος (χωματόδρομος) στο χωριό και μπορούσαν να μεταφερθούν με αυτοκίνητο. Επειδή όμως για αρκετά χρόνια δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό, μετέφεραν χιόνι από μια σπηλιά της χούνης, τοποθετούσαν τις μπύρες με χιόνι σε βαρέλια και έτσι τις απολάμβαναν, όσοι ήθελαν, παγωμένες.

Πάντα έφτανε στο χωριό και κάποιος μικροπωλητής και πωλούσε, κατά τη διάρκεια του πανηγυριού καθρεφτάκια, τσατσάρες, σφυρίχτρες, φυσαρμόνικες και άλλα μικροαντικείμενα. Κάποιοι χωριανοί μετέφεραν από την Πύλη με μουλάρια πεπόνια, τα έκοβαν σε φέτες και τα πωλούσαν στους πανηγυριώτες.

Επίκεντρο πάντα ήταν ο χορός. Κατά οικογένειες ή παρέες συγγενών έμπαιναν στο χορό, που συνήθως ήταν διπλός. Στο χορό υποψήφιοι και υποψήφιες προσπαθούσαν να δείξουν τις ικανότητές τους και να εντυπωσιάσουν με το παρουσιαστικό τους.

 

Χορός στο αλωνάκι

 

Καθ’ όλη τη διάρκεια του πανηγυριού οι ενδιαφερόμενοι παρακολουθούσαν τα κορίτσια που χόρευαν ή στέκονταν, με στόχο να βρουν την κατάλληλη γι’ αυτούς. Το ίδιο βέβαια και τα κορίτσια παρακολουθούσαν τους νεαρούς και τo καθένα ενδόμυχα ευχόταν να στείλει να τη ζητήσει σε γάμο ο πιο όμορφος. Μετά από ώρες παρακολούθησης και σκέψης, συνήθως το απόγευμα, άρχιζαν τα μυστικοσυμβούλια μεταξύ των συγγενών πρώτα, για να αποφασίσουν ποια θα ζητήσουν. Η πρόταση γινόταν στον πατέρα ή στο μεγάλο αδελφό ή σε κάποιο στενό συγγενή, συνήθως θείο, του κοριτσιού. Πριν κλείσει το προξενιό, συζητούσαν και συμφωνούσαν για την προίκα που θα έδιναν στη νύφη: κάποιο χωράφι, κάποια δέντρα, πρόβατα ή χρήματα.

Σαν τέλειωνε το πανηγύρι, μόνιμη επωδός όλων: «ποιοι έκλεισαν;», πόσα δηλαδή και ποια προξενιά έγιναν. Λίγο – πολύ έβγαζαν τα συμπεράσματά τους από τις απόμερες, δήθεν τυχαίες, συναντήσεις και τα κρυφοκουβεντιάσματα, που γίνονταν εξάλλου σε ανοιχτό και δημόσιο χώρο. Το βράδυ κάπου-κάπου ακούγονταν τουφεκιές, ένδειξη ότι κάποιο προξενιό είχε αίσιο τέλος.

Όταν έφτανε το βράδυ, τα γυναικόπαιδα έφευγαν για τα σπίτια τους. Οι άντρες όμως παρέμεναν στα καφενεία και το γλέντι συνεχιζόταν. Έπιναν τσίπουρο

και τραγουδούσαν. Και όταν, σιμά το πρωί σταματούσαν, ήταν σχεδόν όλοι μεθυσμένοι. Παρέες – παρέες, στηρίζοντας ο ένας τον άλλο, επέστρεφαν στα σπίτια τους, αλλά στην πορεία κάποιοι έπεφταν στα χαντάκια ή στους βάτους.

Σπάνια το πανηγύρι τέλειωνε χωρίς βίαια επεισόδια. Κάποια παρεξήγηση στο χορό, κάποια ένδειξη προσβολής, συνήθως κάποια ασήμαντη και επουσιώδης αφορμή και πιο πολύ η επίδραση του ποτού ωθούσε τους παλικαράδες του χωριού να ζητήσουν το λόγο. Λόγος και αντίλογος οδηγούσε στη συμπλοκή και χαρά σε κείνον που ήταν πιο δυνατός και διέθετε γκλίτσα με γερό κρανόξυλο.